Η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα και η συζήτηση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών δεν συμπίπτουν απλά χρονικά, ως «σημεία των καιρών» της κρίσης. Είναι ταυτόχρονα σύμβολα της άφιξης στο «σημείο μηδέν» της πολιτικής – στο σημείο, δηλαδή, όπου αυτό που διακυβεύεται στην πολιτική ζωή είναι η ζωή και ο θάνατος.

Δεν υπάρχει, φυσικά, εξουσία που να λέει ρητά «εσείς θα ζήσετε και εσείς θα πεθάνετε». Την ίδια στιγμή, όμως, όπως επισημαίνουν και τα δύο αυτά «σημεία», είναι η σύγχρονη εξουσία αυτή που αποφασίζει εκ των πραγμάτων τη διάκριση ανάμεσα στο βίο, στην ποιοτικά αναβαθμισμένη δηλαδή ζωή, και στη γυμνή ζωή• τη ζωή που απαγορεύεται βεβαίως να αφαιρέσει κανείς («διότι το δικαίωμα στη ζωή είναι ιερό»…), την ίδια όμως ζωή που είναι απογυμνωμένη απ’ οτιδήποτε θα την καθιστούσε αξιοβίωτη – κατά συνέπεια, η περαιτέρω υποβάθμιση ή ακόμα και η αφαίρεσή της δεν δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, το μονοπώλιο της απόφασης για το ποια είναι η αξιοβίωτη ζωή ανήκει «πρακτικά» στο κράτος, ως εγγυητή του δικαιώματος στα δικαιώματα - εκτός από τις περιπτώσεις αυτοκτονίας, τις περιπτώσεις δηλαδή που κάποιος αποφασίζει να δώσει τέλος σε μια ζωή που δεν μπορεί να είναι πλέον βιώσιμη. Από τη σκοπιά δε της συζήτησης για τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών, το πώς έχει ασκηθεί αυτό το μονοπώλιο το δείχνουν μια σειρά από περιστατικά, όπου και πριν ακόμα την κρίση το κράτος λειτούργησε σαν κοινή ακροδεξιά οργάνωση: ναρκοπέδια στον Έβρο, ξύλο μέχρι θανάτου στην Ηγουμενίτσα ή σε αστυνομικά τμήματα της πρωτεύουσας, εμπρησμός καταυλισμού προσφύγων στην Πάτρα κ.ο.κ. Το δείχνει επίσης η κρατική ανοχή στη ρατσιστική βία, που μετρά αισίως πάνω από μια εικοσαετία, σήμερα δε, φαίνεται ότι θα «ανταμειφθεί» διά της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των νεοναζί.

Όμως, η δημιουργία στρατοπέδων κράτησης, με την ισχυρή μάλιστα παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με τα προαναφερθέντα• ένα άλμα που μας υποχρεώνει να σταθούμε σ’ αυτόν τον ευρωπαϊκό στρατοπεδικό ανθρωπισμό, στο σημείο δηλαδή όπου το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά, αποφασίζει ποιες ζωές αξίζει να βιωθούν και ποιες όχι.

Πρόσφατα, γνωστός παρουσιαστής ρωτούσε, μ’ αυτό το επιτηδευμένα μισοκακόμοιρο ύφος, τον εκπρόσωπο της Αριστεράς:

«Βλέπει κανείς σε τι κατάσταση ζουν αυτοί οι άνθρωποι στο κέντρο της Αθήνας και αναρωτιέται: ‘μήπως είναι καλύτερα το κράτος να τους μαζέψει σε ένα χώρο, αντί να είναι στοιβαγμένοι στο κέντρο της Αθήνας σ’ αυτή την άθλια κατάσταση’».

Ο δημοσιογράφος δεν έλεγε ότι οι ξένοι είναι εγκληματίες και ότι γι’ αυτό θα πρέπει να τους κλείσουμε σε στρατόπεδα, αφήνοντάς τους ενδεχομένως να πεθάνουν – όπως συνέβη, παρεμπιπτόντως, με τα αντίστοιχα «κέντρα» στην Ισπανία. Αυτό που έλεγε είναι ότι οι συνθήκες που ζουν σήμερα οι μετανάστες είναι απάνθρωπες –καθιστούν τους μετανάστες «γυμνές ζωές»–, και ότι το να μαζευτούν οι άνθρωποι αυτοί σε ένα από τα υπό κατασκευή στρατόπεδα είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένας τρόπος αποκατάστασης της ανθρωπινότητας – ένα δείγμα ανθρωπισμού, τόσο για τους ίδιους (άλλο αν τυπικά δεν ξέρουμε ποια θα είναι η νέα τους κατάσταση), όσο και κυρίως για την υπόλοιπη κοινωνία, της οποίας η υγεία ή η ασφάλεια βρίσκονται σε κίνδυνο από τους «λαθρομετανάστες».

Υπάρχουν λοιπόν δύο παράμετροι που σκιαγραφούν έναν εν εξελίξει εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού ρατσισμού. Η πρώτη είναι ότι ο «ανθρωπισμός» των στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν ενοχοποιεί τους μετανάστες ως επικίνδυνους για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία επειδή είναι ξένοι – αλλά ακριβώς επειδή είναι εξαθλιωμένοι, άρα «νομοτελειακά εγκληματίες» ή φορείς νοσημάτων. Από μια ακόμα άποψη, ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν είναι παρά επιστροφή στις απόψεις περί «επικίνδυνων τάξεων» και «εγκληματικής φτώχειας» του 19ου αιώνα, η επικράτηση των οποίων, αν και στο όνομα του «ορθού λόγου», δε θα αφήσει χώρο για καμιά ορθολογική αντιμετώπιση συνολικά του μεταναστευτικού.

Η δεύτερη, και απολύτως συναφής με την προηγούμενη, είναι ότι ο ευρω-ανθρωπισμός των στρατοπέδων δεν ασχολείται με το ποιος φταίει για την κατάσταση των μεταναστών, ή με πράξεις και παραλείψεις των είκοσι και πλέον χρόνων οικονομικής, εξωτερικής και μεταναστευτικής πολιτικής: Μπορεί να φταίνε οι ίδιοι οι μετανάστες, μπορεί να φταίει το κράτος ή και η Ευρώπη. Το σημαντικό, όμως, για τον ανθρωπισμό των στρατοπέδων είναι «τώρα τι γίνεται». Είναι ακριβώς το ίδιο ερώτημα που ακούμε και στις συζητήσεις περί οικονομικής κρίσης. Και βέβαια το ερώτημα αυτό απαντιέται με τον ίδιο τρόπο που απαντήθηκε και στο παρελθόν, σε ανάλογες περιπτώσεις. Ο στρατοπεδικός ανθρωπισμός, δηλαδή, δεν προσποιείται καν ότι φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει συνολικά το μεταναστευτικό. Αυτό που κάνει είναι ό,τι και μέχρι τώρα: να φροντίζει για τη διατήρηση μιας ανεκτής κατάστασης, να παρεμβαίνει μόνο για να αποκαταστήσει μια ισορροπία ή για να αποτρέψει τα χειρότερα, στο όνομα μιας άνευ όρων αποτελεσματικότητας, και τέλος να εντάσσει την παρέμβασή του σε ένα σχέδιο (;) καπιταλιστικής ανάπτυξης – είτε αυτό της ανάπλασης και των real estate στο κέντρο της Αθήνας, είτε εκείνο της ενίσχυσης των «τοπικών οικονομιών» στις περιοχές όπου σκέφτονται να χτίσουν τα στρατόπεδα. Κι εδώ βεβαίως προκύπτουν αντιδράσεις που δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι γενικώς ξενοφοβική – απλά «έχει άλλα όνειρα για την περιοχή της», θέλει δηλαδή «τουρίστες και όχι λαθρομετανάστες», όπως το έθετε πρόσφατα το πανό μιας πρωτοβουλίας κατοίκων.

Γνωρίζουμε ότι ο εγκλεισμός ζωών που είναι ανάξιες να βιωθούν δεν αποτελεί καμιά πρωτοτυπία του Χρυσοχοϊδη. Στα τέλη του 19ου αιώνα, πολλοί ήταν αυτοί που αδυνατούσαν να συνδέσουν το θρίαμβο της βιομηχανικής επανάστασης με τη φτώχεια, που ενίοτε έφτανε ως και το 30%. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, διάφοροι ερευνητές μελετούσαν το φαινόμενο, και ένας από αυτούς, ο Booth, αφού ταξινόμησε τους μισθωτούς του Λονδίνου σε οχτώ ομάδες, βρήκε ότι η ομάδα Β, το 8% περίπου του συνόλου που αποτελούνταν από πολύ φτωχούς, χαρακτηρίζονταν από ασταθή εργασία σε μη τακτικά διαστήματα. Τα μέλη της ομάδας αυτής, σημείωνε ο ερευνητής, ούτε θέλησαν να βρουν ούτε ήταν ικανά να εξασφαλίσουν μια σταθερή εργασία – ήταν δηλαδή τα ίδια υπεύθυνα για τη φτώχεια και την ανεργία τους. Επρόκειτο για ένα σύνολο ατόμων που «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν ήταν ικανοί για καλύτερη απασχόληση», σύμφωνα με τον ερευνητή. Το χειρότερο δε, ήταν ότι ο ανταγωνισμός για την εργασία που προκαλούσαν τα άτομα αυτά, δημιουργούσε αστάθεια στην απασχόληση και μείωνε τους μισθούς όσων ανήκαν στις ομάδες C και D. Η λύση που πρότεινε, λοιπόν, ο Booth ήταν απλή: αποκλεισμός της ομάδας Β από την αγορά εργασίας με κρατική παρέμβαση και εγκλεισμός των μελών σε στρατόπεδα εργασίας – έξω από τα αστικά κέντρα [1]. Ξέρουμε ότι πολλές από αυτές τις «γυμνές ζωές» βρήκαν τελικά το θάνατο στα στρατόπεδα αυτά.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στην πόλη Γκράφενεκ, όπως και σε πολλές ακόμα της ναζιστικής Γερμανίας, τέθηκαν σε εφαρμογή προγράμματα ευθανασίας για ανίατους νοητικά υστερούντες – για ζωές, δηλαδή, που δεν άξιζε πια να ζουν [2]. Στο βαθμό που η παραφροσύνη του Χίτλερ δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει την άνοδο του ναζισμού, θα ήταν νομίζω λογικό να πιστέψουμε ότι οι ναζί ήταν ειλικρινείς: αυτή ακριβώς ήταν η άποψή τους για τη ζωή – και αυτό ακριβώς, η απόφαση δηλαδή για τη ζωή και το θάνατο, υπήρξε το θεμέλιο της κυριαρχίας τους.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η συζήτηση για το ποιες ζωές αξίζει να βιώνονται και ποιες όχι, εγείρει ένα ηθικό ερώτημα, που βεβαίως είναι εντελώς πολιτικό. Αν οι ζωές των «λαθραίων» είναι ζωές γυμνές, για την τύχη των οποίων το κράτος μπορεί να αποφασίζει οτιδήποτε, τότε, με βάση και τα προαναφερθέντα, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και για τους χιλιάδες μακροχρόνια άνεργους, τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένους, τους ψυχικά νοσούντες και νοητικά υστερούντες. Πρόκειται για ανθρώπους η ζωή των οποίων είναι αβίωτη για τους ίδιους, δυνητικά δε οι ίδιοι είναι δυνατό να προκαλέσουν προβλήματα στον υπόλοιπό πληθυσμό.

Αν λοιπόν είναι επιτρεπτό ηθικά να εξαφανίζουμε από το προσκήνιο, και ίσως από τη ζωή, ζωές απογυμνωμένες από κάθετί που θα τις έκανε αξιοβίωτες, τότε νοσοκομεία, γηροκομεία, κέντρα ψυχικής υγείας, ο ΟΚΑΝΑ κ.ο.κ είναι χωρίς νόημα. Νομίζω λοιπόν ότι ακριβώς αυτό είναι το βασικό στη συζήτηση. Μια κοινωνία που κοστολογεί φτηνά τις γυμνές ζωές των μεταναστών, είναι (ηθικά και πολιτικά) η ίδια κοινωνία που θεωρεί πολυτέλεια το κοινωνικό κράτος και περιττά τα κοινωνικά δικαιώματα.

Οι κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας έκαναν πολλά για να μας εξοικειώσουν με αυτή την ιδέα. Πολύ πριν από την κρίση, η σοσιαλδημοκρατία των Μπλέρ και Σημίτη έδωσε μάχες και τελικά επέβαλε τη μετάβαση από ένα καθολικό σε ένα «σημειακό» κοινωνικό κράτος – προκειμένου να μην επωφελούνται όσοι δεν το αξίζουν και προκειμένου οι ωφελούμενοι να μην «εξαρτηθούν» από τις υπηρεσίες πρόνοιας, φορτώνοντας με βάρη τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τους φορολογούμενους. Τις συνέπειες όλων αυτών ζούμε σήμερα.

Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο, μιας εικοασαετούς δηλαδή περιόδου κατακερματισμού του κοινωνικού κράτους και της εμπέδωσης ανάλογων παραδοχών σε ιδεολογικό επίπεδο, η Αριστερά μοιάζει να μην έχει προτάσεις, γιατί αδυνατεί να πει «τι γίνεται τώρα» χωρίς να αναφερθεί στο πώς φτάσαμε ως εδώ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πραγματική πρόταση, δηλαδή αποτελεσματική, μοιάζει να είναι μόνο η αγριότητα. Ας θυμηθούμε όμως ότι ο πιο φανατικός πολέμιος του κοινωνικού κράτους – και της Αριστεράς-, οι ναζί, ανέβηκαν στη Γερμανία όταν αυτό το κοινωνικό κράτος, είχε κομματιαστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η πρόσβαση στις υπηρεσίες του προϋπέθετε μια ταπεινωτική καταγραφή ατομικών δεδομένων που αξιοποιήθηκε από τους ναζί για το φακέλωμα εκατομμυρίων πολιτών. Ας θυμηθούμε, από άλλη σκοπιά, ότι ο εκσυγχρονισμός και οι μεταρρυθμίσεις που επιδιώκονται εδώ και τόσα χρόνια, συνιστούν μέτρα κοινωνικής αποδόμησης πάνω στα οποία χτίζεται ο πολιτικός αυταρχισμός του «και τώρα τι γίνεται;». Κι ας τα θυμηθούμε όλα αυτά, γιατί είναι προφανές πως μετά τους μετανάστες, οι επόμενοι που θα υποστούν τον αυταρχισμό αυτό θα είναι οι άστεγοι, οι άνεργοι και άλλοι ακόμα, μέχρι πρότινος εξασφαλισμένοι και «κανονικοί».

Το κείμενο αποτελεί την τοποθέτηση που έκανε ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος στην εκδήλωση της Κίνησης υπεράσπισης των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών/ριών με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις 5/4/2012

Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στο άρθρο του rednotebook.gr «Τώρα τι γίνεται»: το ακαταμάχητο επιχείρημα του στρατοπεδικού ανθρωπισμού

[1] Απόστολος Δεδουσόπουλος, «Στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, στρατόπεδα συγκέντρωσης φτωχών», Γιατί όχι; [adedous.blogspot.com/2012/03/blog-post.html]

[2] Το αναφέρει ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στο Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή (Scripta, 2005).