Ξεκινώντας σήμερα μια κουβέντα σε σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα θα πρέπει να έχουμε κατά νου δύο πράγματα.

Το πρώτο, ότι δεν μιλάμε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά σε σχέση με άμεσα προβλήματα που έχουν να κάνουν τόσο με την καθημερινότητα όλων μας, ελλήνων και μεταναστών, με βιώματα από την εργασία, το σχολείο, τη γειτονιά, όσο και με καθιερωμένες αξίες που είτε ενισχύονται είτε τίθενται σε αμφισβήτηση και σκεπτικισμό.

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ΄ όψιν, είναι ότι διεξάγουμε αυτή τη συζήτηση μετά από μια περίοδο κατά την οποία η επέλαση των μνημονιακών λογικών και πολιτικών έχει καταστρέψει τα όποια υπολείμματα του κράτους πρόνοιας συμπαρασύροντας, παράλληλα, και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος στο να αντιμετωπίσει θεμελιακές κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες επιβίωσης, όπως της στέγασης, της εργασίας, της εκπαίδευσης, της υγείας.

Αυτά τα δύο στοιχεία κρίνουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικά γιατί περιγράφουν αφενός μια κατάσταση προβληματική - και το πρόβλημα το εντοπίζουμε στην αδυναμία της Πολιτείας να παρέχει προστασία στους πρόσφυγες - στην αναποτελεσματικότητά της να θέσει σε εφαρμογή σχέδια κοινωνικής ένταξης μεταναστών και μελών μειονοτικών ομάδων, και απρόθυμης να υπερασπίσει τις θεμελιακές αρχές της διαφωτιστικής ιδέας περί Ισότητας – Aαδελφότητας - Aλληλεγγύης.

Αφετέρου γιατί αυτή η προβληματική κατάσταση δεν οδηγεί σε μια διέξοδο με βάση την ενίσχυση αυτών των Διαφωτιστικών, ουμανιστικών, προτύπων δράσης και κοινωνικής οργάνωσης αλλά σε έναν διευρυνόμενο συντηρητισμό που ενισχύει ακροδεξιές ρητορείες και προκρίνει κατασταλτικές πολιτικές δήθεν ως απάντηση της κοινωνίας σε αδιέξοδα που δημιούργησε η δράση αριστερών, αριστερίστικων ή ανθρωπιστικών ομάδων.

Ήδη από τη δεκαετία του ΄80 είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια ανάδυσης ενός μεταναστευτικού ζητήματος που έχρηζε αντιμετώπισης. Η πρώτη εμφάνιση ξένων μεταναστών στην ελληνική οικονομία, σε αντίθεση με διαδεδομένες αντιλήψεις, έγινε στην ελληνική ναυτιλία. Έναν κλάδο για τον οποίο όλοι ξέρουμε την ανάπτυξη που είχε και τη θέση της στο διεθνή ανταγωνισμό. Τότε, για πρώτη φορά θεσπίστηκε δια νόμου το δικαίωμα πρόσληψης ξένων ναυτών με αμοιβές πολύ χαμηλότερες από τους Έλληνες. Άρχισε η πίεση στα μεροκάματα όχι επειδή υπήρχαν πολλά διαθέσιμα χέρια αλλά επειδή το ίδιο το κράτος το νομοθέτησε αυτό. Το εγχείρημα συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στη δεκαετία του ΄90 όταν η αποδιάρθρωση της Αλβανίας έδωσε την ευκαιρία στην Ελλάδα να εκμεταλλευτεί χιλιάδες εργατικά χέρια στην κατασκευή των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και όχι μόνο εκεί αλλά στο σύνολο σχεδόν των κατασκευών και της οικοδομής, επιλύοντας έτσι οξεία δημογραφικά προβλήματα (πολλά σχολεία αλλά και χωριά της υπαίθρου θα είχαν κλείσει εάν δεν υπήρχαν οι αλβανοί μετανάστες) χωρίς όμως να παρέχει ισότιμα δικαιώματα στους μετανάστες της Αλβανίας. Και όταν λέμε ισότιμα εννοούμε τόσο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, με ίσες αμοιβές, συμμετοχή σε συνδικαλιστικές ενώσεις, κοινωνική προστασία από το σύστημα υγείας, παροχή εκπαίδευσης προσαρμοσμένης στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες τους, όσο και σε σχέση με αυτά που απολαμβάνουν οι εκατομμύρια Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας, της Αμερικής και της Αυστραλίας ακόμα και μετά την ολοκλήρωση του εργασιακού τους βίου.

Η επόμενη δεκαετία ήταν αυτή που άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου αφού η εθνοτική σύνθεση των μεταναστών διαφοροποιήθηκε πλήρως ενισχύοντας ασιατικές και αφρικανικές προελεύσεις με τις όποιες δυσκολίες συνεπάγεται αυτό, λόγω της διαφορετικής εμφάνισης, των ιδιαίτερων πολιτιστικών προτύπων, της θρησκείας αλλά και της αυξημένης εξαθλίωσης των χωρών προέλευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Αφγανοί που διέμεναν στον καταυλισμό της Ηρώων Πολυτεχνείου διατείνονταν ότι η ζωή ήταν καλύτερη εκεί απ΄ ό,τι στο Αφγανιστάν. Τα χαμηλά πρότυπα διαβίωσης αλλά και η αυξημένη ανέχεια αυτών των πληθυσμών ενισχύθηκαν από έναν διογκούμενο θεσμικό ρατσισμό που έβαλε τέλος στις όποιες προσπάθειες νομιμοποίησης και κοινωνικής ένταξης γίνονταν από την πλευρά των μεταναστών. Ο Σουδανός που ήρθε στην Ελλάδα το 1980 δεν αντιμετωπίστηκε το ίδιο με αυτόν που ήρθε το 2010. Ο τελευταίος νόμος που επέτρεπε, έστω και με σημαντικά εμπόδια, τη νομιμοποίηση έγινε το 2005 και προϋπέθετε την έλευση στην Ελλάδα πριν από το 2000.

Τις συνέπειες αυτών των πολιτικών τις είδαμε στη δημιουργία γειτονιών όχι απλά με κυρίαρχο το μεταναστευτικό στοιχείο, κάτι τέτοιο συμβαίνει άλλωστε και σε αρκετές γειτονιές της Πάτρας, όπως η Γούβα, αλλά στη δημιουργία χώρων στους οποίους η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, Ελλήνων και μεταναστών, έχανε την αξία της. Είτε γιατί στοιβάζονταν 20 και 30 άνθρωποι σε διαμερίσματα των 50 τετραγωνικών μέτρων προσφέροντας υψηλότατες υπεραξίες στους Έλληνες ιδιοκτήτες τους, όπως στην περίπτωση των πέριξ του Αγ. Παντελεήμονα γειτονιών, είτε γιατί καταλάμβαναν εξ ανάγκης δημόσιους χώρους όπως στην περίπτωση της Πάτρας και του καταυλισμού προσπαθώντας να δημιουργήσουν χώρους κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών ή ακόμα και άμυνας απέναντι σε μια κοινωνία που άλλα διατυμπάνιζε και άλλα εφάρμοζε.

Στα μάτια του Αφγανού πρόσφυγα η Ελλάδα και η Ευρώπη ήταν ο χώρος στον οποίο η δημοκρατία προσέφερε ευκαιρίες ζωής και ανάπτυξης, αντίληψη που από την πρώτη ήδη επαφή με τις αρχές αυτού του οργανωμένου – υποτίθεται - κράτους γκρεμιζόταν αυτόματα. Να θυμίσουμε ότι ακόμα και σήμερα η πρόσβαση στις υπηρεσίες ασύλου είναι απαγορευτική, ενώ οι ανήλικοι πρόσφυγες, παρά την προστατευτική πρόβλεψη του νομικού πλαισίου, εξακολουθούν να βρίσκονται στο δρόμο. Οι Έλληνες ανακαλύψαμε ότι αυτό που ζούμε δεν είναι δημοκρατία αρκετά χρόνια αργότερα όταν ψηφίζαμε για το «λεφτά υπάρχουν» και μας έβγαινε ότι λεφτά υπάρχουν αλλά όχι για εμάς.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα δίλλημα που ακριβώς επειδή το πλαίσιο των πιθανών απαντήσεων είναι προαποφασισμένο εμφανίζει τις αποφάσεις που παίρνονται ως τις μόνες δυνατές.

Η πρόσφατη εξαγγελία του Χρυσοχοΐδη για τη δημιουργία 30 κέντρων κράτησης σε όλη την επικράτεια είναι σίγουρο ότι δεν θα εφαρμοστεί στο σύνολό της. Ωστόσο εξυπηρέτησε δύο στόχους.

Ο πρώτος αφορά στην προσπάθεια αλίευσης ψήφων από μια συντηρητική δεξαμενή ψηφοφόρων που δεν πολυνοιάζονται και για αξίες ανθρωπιστικού τύπου όπως αυτές που διακατέχουν επίμονα την αριστερά αλλά που έχουν αναγάγει σε ύψιστη αξία, το κέρδος, το ατομικό συμφέρον, το lifestyle.

Ο δεύτερος ικανοποιεί μια προσπάθεια εξοστρακισμού των ενδιαφερόντων και των προβληματισμών της κοινής γνώμης από τα φλέγοντα ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης. Αισθήματα φόβου και ανασφάλειας πρέπει να διοχετευτούν προς τους μετανάστες ενώ η κύρια πηγή ανασφάλειας παραμένει ο εργασιακός βίος και η δυνατότητα επιβίωσης.

Είναι τραγικό ότι εξαγγέλλονται πιστοποιητικά υγείας για μετανάστες και διαφορετικοί χώροι παροχής υγείας λες και εάν κάποιος έχει μια μεταδοτική ασθένεια έχει σημασία αν είναι Έλληνας ή μετανάστης.

Εάν ο Χομπσμπάουμ μπορούσε να γράψει σήμερα για τον 21ο αιώνα πιθανά θα έδινε τίτλο στο βιβλίο του «ο αιώνας του φόβου». (ο αιώνας των άκρων, ο αιώνας του κεφαλαίου, ο αιώνας των αυτοκρατοριών)

Ο φόβος σήμερα αναδύεται ως το βασικό αίσθημα πάνω στο οποίο καλλιεργούνται πολιτικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το διαφωτιστικό σύνθημα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη παραφράστηκε από την Frontex ως ελευθερία ασφάλεια, δικαιοσύνη.

Αυτόματα, γεννιούνται ερωτήματα.

Ελευθερία για ποιους άραγε εκτός από τα κεφάλαια, τις επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις στρατών από τη Δύση προς την «καθυστερημένη» Ανατολή.

Ασφάλεια για ποιους και από ποιους κινδυνεύουμε.

Δικαιοσύνη, όταν η αποτροπή ακόμα και της πρόσβασης σε ασφαλές περιβάλλον με τείχη και περίκλειστα σύνορα αποκλείει τους πρόσφυγες από ασφαλές περιβάλλον και προστασία.

Η ασφάλεια δεν είναι προνόμιο ούτε των συντηρητικών νοικοκυραίων ούτε περιορίζεται μόνο στους γηγενείς. Οι πρόσφυγες είναι οι πρώτοι που επιζητούν την ασφάλεια.

Οι προτάσεις που διατυπώνουμε σήμερα για την επίλυση του μεταναστευτικού ζητήματος διακρίνονται για την ωρίμανση των θέσεων, θέσεις που έχουν να κάνουν με τη διατύπωση συγκεκριμένων μέτρων προστασίας και μέτρων που προκρίνουν ένα κοινωνικό κράτος με κεντρικό σχεδιασμό για την υιοθέτηση πολιτικών κοινωνικής ένταξης ενάντια στον αποκλεισμό.

Οι θέσεις μας παραμένουν για τη δημιουργία ανοικτών χώρων φιλοξενίας.

  • Για την πλήρη υγειονομική κάλυψη όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις ενσήμων εργασίας και διαμονής.
  • Για πλήρη δικαιώματα σε μετανάστες που επιθυμούν την εγκατάσταση στην Ελλάδα.
  • Για την άρση της συμφωνίας Δουβλίνο 2
  • Για την αναθεώρηση της συμμετοχής της Ελλάδας στα εκστρατευτικά σώματα της Αφρικής και της Ασίας.
  • Για την ανάληψη πρωτοβουλιών θετικών δράσεων με στόχο την κοινωνική ενημέρωση και σκοπό την άρση φαινομένων κοινωνικού ρατσισμού (είναι χαρακτηριστικό ότι το νομοσχέδιο για την ποινικοποίηση ρατσιστικών εκφράσεων και συμπεριφορών τελικά αποσύρθηκε πριν κατατεθεί στη Βουλή)

Το κείμενο αποτελεί την τοποθέτηση που έκανε ο Γιάννης Λάμπρου, μέλος της Κίνησης υπεράσπισης δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών/ριών, στην εκδήλωση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις 5/4/2012