ΕΙΔΗΣΕΙΣ & ΑΡΘΡΑ - ΕΛΛΑΔΑ

Δημοσιεύουν το tvxs και το the press project καταγγελία σύμφωνα με την οποία 73 μετανάστες μεταξύ αυτών και παιδιά ζουν στην βραχονησίδα του Φαρμακονησίου, χωρίς να υπάρχουν κατάλληλεες συνθήκες.

Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στους συνδέσμους με τα σχετικά άρθρα.

Κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο του Βασίλη Λαδά "Παιχνίδια Κρίκετ" από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης.

Στο οπισθόφυλλο διαβάζουμε:

Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2010. Στα περίχωρα της Πάτρας δύο συνεργεία μαζεύουν ελιές. Ο Λευτέρης, ο Γιάννης, ο Θόδωρος, άνεργοι Έλληνες. Ο Αλία, ο Ιλίρ, ο Μαθιούλα, άνεργοι μετανάστες. Τα δύο συνεργεία διασταυρώνονται, ανταγωνίζονται, τσακώνονται.

Οι γαλήνιοι ελαιώνες, τα παράξενα και θαυμαστά γεγονότα ανάμεσα στα ελαιόδεντρα δεν τους ημερεύουν. Οι μετανάστες κάθε Κυριακή παίζουν κρίκετ σ' ένα εγκαταλειμμένο γήπεδο. Το κρίκετ εμπλέκεται στους ανταγωνισμούς των δύο συνεργείων. Ένα απειλητικό μπαλάκι επικρέμαται πάνω τους. Σαν να ήρθε από το γήπεδο της χώρας των θαυμάτων της Αλίκης, όπου η κακιά βασίλισσα διέταζε να αποκεφαλίζονται οι ηττημένοι.

Επικίνδυνα παιχνίδια σε μια πόλη που σπαράσσεται.

Το βιβλίο έχει προκαλέσει πληθώρα κριτικών και σχολιασμών. Παραθέτουμε εδώ την δημοσίευση της εφημερίδας "Σύμβουλος Επιχειρήσεων" στις 10/8/12 μέσω του ιστολογίου http://panagiotisandriopoulos.blogspot.gr

Ο Βασίλης Λαδάς έχει εμμονές. Ούτε ο πρώτος είναι ούτε ο τελευταίος. Μόνο που ο ίδιος δεν καταβάλλεται από αυτές, ούτε παρεξηγείται. Αντίθετα: Τις εμμονές του τις μετατρέπει σε δημιουργία, σε κείμενα και βιβλία, με τέτοιο πάθος που τελικά τις μοιράζονται και τις συμμερίζονται όλοι όσοι τον διαβάζουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, τα «Παιχνίδια κρίκετ», το νέο του βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν λίγες εβδομάδες από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη.

Οι δύο βασικές εμμονές του Λαδά, φανερές (πότε η κάθε μία μόνη της πότε και οι δυο μαζί) και στα πέντε πεζά που έχει κυκλοφορήσει την τελευταία δεκαετία, είναι η Πάτρα και οι μετανάστες.

Η Πάτρα. Όχι με την έννοια της πόλης – «πύλη προς τη Δύση» με το σπουδαίο αστικό παρελθόν και τη λάμψη του καρναβαλιού, αλλά με την έννοια ενός αστικού κέντρου που έχει μεν μεγάλη ιστορία, αλλά ακόμα μεγαλύτερες αντιφάσεις, πολλά κρυμμένα πάθη και πολλές γοητευτικές αν και άγνωστες γωνιές. Στο Λαδά αρέσει να μπλέκει την Πάτρα με αρκετούς μύθους και μισές ή ολόκληρες αλήθειες, σε τέτοιο βαθμό που να τη μετατρέπει κάποιες φορές σε μια πόλη, όχι φανταστική, όμως εντελώς δική του.

Οι μετανάστες. Ο Λαδάς και ως δικηγόρος και ως συγγραφέας, ξέρει κι έχει υπερασπιστεί πολλές φορές τα δικαιώματα των μεταναστών (και μην αρχίσουμε τώρα τη συζήτηση για «επιχειρήσεις σκούπα» ή νόμους – εδώ μιλάμε για ανθρώπινες ψυχές). Γνωρίζει από πρώτο χέρι τις αντοχές της τοπικής κοινωνίας που δοκιμάζονται από τη λαθρομετανάστευση τις τελευταίες δεκαετίες κι έχει γράψει γι’ αυτό το θέμα το καλύτερό του βιβλίο, ένα εκπληκτικό χρονικό που πρέπει να υπάρχει σε κάθε σπίτι και σχολείο της πόλης («Μουσαφεράτ», Futura 2008).

Στα «Παιχνίδια κρίκετ», τοποθετημένα χρονικά το τελευταίο τρίμηνο του 2010, δύο συνεργεία από τρεις Έλληνες και τρεις μετανάστες μαζεύουν ελιές ως την τελευταία τους ελπίδα κόντρα στην ανεργία και την ανέχεια. Μοιραία η συνάντηση και πολλές φορές η συνύπαρξη δεν μπορεί να είναι ούτε εύκολη, ούτε επιφανειακή. Θα βρεθούν σε κοινά στέκια, θα δουλέψουν σε διπλανούς ελαιώνες, θα μοιραστούν ανάλογες αγωνίες, θα σκέφτονται έρωτες και οικογένειες, αλλά η ταυτότητα και η εθνικότητά τους θα είναι πάντα παρούσα, σε κάθε τους κίνηση.

Θα τους ενώσει και θα τους χωρίσει το κρίκετ, το αγαπημένο παιχνίδι των μεταναστών όπου κι αν βρίσκονται, στο οποίο οι ήρωες του Λαδά επιδίδονται κάθε Κυριακή σε ένα εγκαταλειμμένο γήπεδο. Η εξέλιξη του παιχνιδιού, όπως και του βιβλίου, έχει και νικητές και ηττημένους. Μόνο που όταν το «γήπεδο» γίνεται μια ολόκληρη πόλη, η Πάτρα, κι όταν δεν μιλάμε για κρίκετ, αλλά για ένα παιχνίδι ισορροπιών σε μια κοινωνία που υποφέρει, διχάζεται και αγωνιά, η εξέλιξη είναι συχνά τραγική…

ΑΝΔΡΕΑΣ ΤΣΙΛΙΡΑΣ

Παρακάτω θα βρείτε συνδέσμους με περιεχόμενο σχετικό με τα "Παιχνίδια Κρίκετ"

Η σελίδα του βιβλίου στον ιστοχώρο του εκδοτικού οίκου Γαβριηλίδης.
Δημοσίευση στο ιστολόγιο του Γιώργου Μόσχου.
Δημοσίευση στον ιστοχώρο inews

Εμείς ως κίνηση στέλνουμε τις ευχές μας για την επιτυχημένη πορεία του βιβλίου.

Ξεκινώντας σήμερα μια κουβέντα σε σχέση με το μεταναστευτικό ζήτημα θα πρέπει να έχουμε κατά νου δύο πράγματα.

Το πρώτο, ότι δεν μιλάμε σε θεωρητικό επίπεδο, αλλά σε σχέση με άμεσα προβλήματα που έχουν να κάνουν τόσο με την καθημερινότητα όλων μας, ελλήνων και μεταναστών, με βιώματα από την εργασία, το σχολείο, τη γειτονιά, όσο και με καθιερωμένες αξίες που είτε ενισχύονται είτε τίθενται σε αμφισβήτηση και σκεπτικισμό.

Το δεύτερο στοιχείο που πρέπει να λάβουμε σοβαρά υπ΄ όψιν, είναι ότι διεξάγουμε αυτή τη συζήτηση μετά από μια περίοδο κατά την οποία η επέλαση των μνημονιακών λογικών και πολιτικών έχει καταστρέψει τα όποια υπολείμματα του κράτους πρόνοιας συμπαρασύροντας, παράλληλα, και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος στο να αντιμετωπίσει θεμελιακές κοινωνικές ανάγκες, ανάγκες επιβίωσης, όπως της στέγασης, της εργασίας, της εκπαίδευσης, της υγείας.

Αυτά τα δύο στοιχεία κρίνουμε ότι είναι ιδιαίτερα σημαντικά γιατί περιγράφουν αφενός μια κατάσταση προβληματική - και το πρόβλημα το εντοπίζουμε στην αδυναμία της Πολιτείας να παρέχει προστασία στους πρόσφυγες - στην αναποτελεσματικότητά της να θέσει σε εφαρμογή σχέδια κοινωνικής ένταξης μεταναστών και μελών μειονοτικών ομάδων, και απρόθυμης να υπερασπίσει τις θεμελιακές αρχές της διαφωτιστικής ιδέας περί Ισότητας – Aαδελφότητας - Aλληλεγγύης.

Αφετέρου γιατί αυτή η προβληματική κατάσταση δεν οδηγεί σε μια διέξοδο με βάση την ενίσχυση αυτών των Διαφωτιστικών, ουμανιστικών, προτύπων δράσης και κοινωνικής οργάνωσης αλλά σε έναν διευρυνόμενο συντηρητισμό που ενισχύει ακροδεξιές ρητορείες και προκρίνει κατασταλτικές πολιτικές δήθεν ως απάντηση της κοινωνίας σε αδιέξοδα που δημιούργησε η δράση αριστερών, αριστερίστικων ή ανθρωπιστικών ομάδων.

Ήδη από τη δεκαετία του ΄80 είχαν φανεί τα πρώτα σημάδια ανάδυσης ενός μεταναστευτικού ζητήματος που έχρηζε αντιμετώπισης. Η πρώτη εμφάνιση ξένων μεταναστών στην ελληνική οικονομία, σε αντίθεση με διαδεδομένες αντιλήψεις, έγινε στην ελληνική ναυτιλία. Έναν κλάδο για τον οποίο όλοι ξέρουμε την ανάπτυξη που είχε και τη θέση της στο διεθνή ανταγωνισμό. Τότε, για πρώτη φορά θεσπίστηκε δια νόμου το δικαίωμα πρόσληψης ξένων ναυτών με αμοιβές πολύ χαμηλότερες από τους Έλληνες. Άρχισε η πίεση στα μεροκάματα όχι επειδή υπήρχαν πολλά διαθέσιμα χέρια αλλά επειδή το ίδιο το κράτος το νομοθέτησε αυτό. Το εγχείρημα συνεχίστηκε με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στη δεκαετία του ΄90 όταν η αποδιάρθρωση της Αλβανίας έδωσε την ευκαιρία στην Ελλάδα να εκμεταλλευτεί χιλιάδες εργατικά χέρια στην κατασκευή των έργων για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, και όχι μόνο εκεί αλλά στο σύνολο σχεδόν των κατασκευών και της οικοδομής, επιλύοντας έτσι οξεία δημογραφικά προβλήματα (πολλά σχολεία αλλά και χωριά της υπαίθρου θα είχαν κλείσει εάν δεν υπήρχαν οι αλβανοί μετανάστες) χωρίς όμως να παρέχει ισότιμα δικαιώματα στους μετανάστες της Αλβανίας. Και όταν λέμε ισότιμα εννοούμε τόσο κατά τη διάρκεια της εργασίας τους, με ίσες αμοιβές, συμμετοχή σε συνδικαλιστικές ενώσεις, κοινωνική προστασία από το σύστημα υγείας, παροχή εκπαίδευσης προσαρμοσμένης στις ιδιαιτερότητες και τις ανάγκες τους, όσο και σε σχέση με αυτά που απολαμβάνουν οι εκατομμύρια Έλληνες μετανάστες της Γερμανίας, της Αμερικής και της Αυστραλίας ακόμα και μετά την ολοκλήρωση του εργασιακού τους βίου.

Η επόμενη δεκαετία ήταν αυτή που άνοιξε τους ασκούς του Αιόλου αφού η εθνοτική σύνθεση των μεταναστών διαφοροποιήθηκε πλήρως ενισχύοντας ασιατικές και αφρικανικές προελεύσεις με τις όποιες δυσκολίες συνεπάγεται αυτό, λόγω της διαφορετικής εμφάνισης, των ιδιαίτερων πολιτιστικών προτύπων, της θρησκείας αλλά και της αυξημένης εξαθλίωσης των χωρών προέλευσης. Είναι χαρακτηριστικό ότι πολλοί Αφγανοί που διέμεναν στον καταυλισμό της Ηρώων Πολυτεχνείου διατείνονταν ότι η ζωή ήταν καλύτερη εκεί απ΄ ό,τι στο Αφγανιστάν. Τα χαμηλά πρότυπα διαβίωσης αλλά και η αυξημένη ανέχεια αυτών των πληθυσμών ενισχύθηκαν από έναν διογκούμενο θεσμικό ρατσισμό που έβαλε τέλος στις όποιες προσπάθειες νομιμοποίησης και κοινωνικής ένταξης γίνονταν από την πλευρά των μεταναστών. Ο Σουδανός που ήρθε στην Ελλάδα το 1980 δεν αντιμετωπίστηκε το ίδιο με αυτόν που ήρθε το 2010. Ο τελευταίος νόμος που επέτρεπε, έστω και με σημαντικά εμπόδια, τη νομιμοποίηση έγινε το 2005 και προϋπέθετε την έλευση στην Ελλάδα πριν από το 2000.

Τις συνέπειες αυτών των πολιτικών τις είδαμε στη δημιουργία γειτονιών όχι απλά με κυρίαρχο το μεταναστευτικό στοιχείο, κάτι τέτοιο συμβαίνει άλλωστε και σε αρκετές γειτονιές της Πάτρας, όπως η Γούβα, αλλά στη δημιουργία χώρων στους οποίους η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, Ελλήνων και μεταναστών, έχανε την αξία της. Είτε γιατί στοιβάζονταν 20 και 30 άνθρωποι σε διαμερίσματα των 50 τετραγωνικών μέτρων προσφέροντας υψηλότατες υπεραξίες στους Έλληνες ιδιοκτήτες τους, όπως στην περίπτωση των πέριξ του Αγ. Παντελεήμονα γειτονιών, είτε γιατί καταλάμβαναν εξ ανάγκης δημόσιους χώρους όπως στην περίπτωση της Πάτρας και του καταυλισμού προσπαθώντας να δημιουργήσουν χώρους κάλυψης βασικών βιοτικών αναγκών ή ακόμα και άμυνας απέναντι σε μια κοινωνία που άλλα διατυμπάνιζε και άλλα εφάρμοζε.

Στα μάτια του Αφγανού πρόσφυγα η Ελλάδα και η Ευρώπη ήταν ο χώρος στον οποίο η δημοκρατία προσέφερε ευκαιρίες ζωής και ανάπτυξης, αντίληψη που από την πρώτη ήδη επαφή με τις αρχές αυτού του οργανωμένου – υποτίθεται - κράτους γκρεμιζόταν αυτόματα. Να θυμίσουμε ότι ακόμα και σήμερα η πρόσβαση στις υπηρεσίες ασύλου είναι απαγορευτική, ενώ οι ανήλικοι πρόσφυγες, παρά την προστατευτική πρόβλεψη του νομικού πλαισίου, εξακολουθούν να βρίσκονται στο δρόμο. Οι Έλληνες ανακαλύψαμε ότι αυτό που ζούμε δεν είναι δημοκρατία αρκετά χρόνια αργότερα όταν ψηφίζαμε για το «λεφτά υπάρχουν» και μας έβγαινε ότι λεφτά υπάρχουν αλλά όχι για εμάς.

Η ελληνική κοινωνία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με ένα δίλλημα που ακριβώς επειδή το πλαίσιο των πιθανών απαντήσεων είναι προαποφασισμένο εμφανίζει τις αποφάσεις που παίρνονται ως τις μόνες δυνατές.

Η πρόσφατη εξαγγελία του Χρυσοχοΐδη για τη δημιουργία 30 κέντρων κράτησης σε όλη την επικράτεια είναι σίγουρο ότι δεν θα εφαρμοστεί στο σύνολό της. Ωστόσο εξυπηρέτησε δύο στόχους.

Ο πρώτος αφορά στην προσπάθεια αλίευσης ψήφων από μια συντηρητική δεξαμενή ψηφοφόρων που δεν πολυνοιάζονται και για αξίες ανθρωπιστικού τύπου όπως αυτές που διακατέχουν επίμονα την αριστερά αλλά που έχουν αναγάγει σε ύψιστη αξία, το κέρδος, το ατομικό συμφέρον, το lifestyle.

Ο δεύτερος ικανοποιεί μια προσπάθεια εξοστρακισμού των ενδιαφερόντων και των προβληματισμών της κοινής γνώμης από τα φλέγοντα ζητήματα πολιτικής και οικονομικής διακυβέρνησης. Αισθήματα φόβου και ανασφάλειας πρέπει να διοχετευτούν προς τους μετανάστες ενώ η κύρια πηγή ανασφάλειας παραμένει ο εργασιακός βίος και η δυνατότητα επιβίωσης.

Είναι τραγικό ότι εξαγγέλλονται πιστοποιητικά υγείας για μετανάστες και διαφορετικοί χώροι παροχής υγείας λες και εάν κάποιος έχει μια μεταδοτική ασθένεια έχει σημασία αν είναι Έλληνας ή μετανάστης.

Εάν ο Χομπσμπάουμ μπορούσε να γράψει σήμερα για τον 21ο αιώνα πιθανά θα έδινε τίτλο στο βιβλίο του «ο αιώνας του φόβου». (ο αιώνας των άκρων, ο αιώνας του κεφαλαίου, ο αιώνας των αυτοκρατοριών)

Ο φόβος σήμερα αναδύεται ως το βασικό αίσθημα πάνω στο οποίο καλλιεργούνται πολιτικές. Είναι χαρακτηριστικό ότι το διαφωτιστικό σύνθημα ελευθερία, ισότητα, αδελφοσύνη παραφράστηκε από την Frontex ως ελευθερία ασφάλεια, δικαιοσύνη.

Αυτόματα, γεννιούνται ερωτήματα.

Ελευθερία για ποιους άραγε εκτός από τα κεφάλαια, τις επιχειρήσεις, τις μετακινήσεις στρατών από τη Δύση προς την «καθυστερημένη» Ανατολή.

Ασφάλεια για ποιους και από ποιους κινδυνεύουμε.

Δικαιοσύνη, όταν η αποτροπή ακόμα και της πρόσβασης σε ασφαλές περιβάλλον με τείχη και περίκλειστα σύνορα αποκλείει τους πρόσφυγες από ασφαλές περιβάλλον και προστασία.

Η ασφάλεια δεν είναι προνόμιο ούτε των συντηρητικών νοικοκυραίων ούτε περιορίζεται μόνο στους γηγενείς. Οι πρόσφυγες είναι οι πρώτοι που επιζητούν την ασφάλεια.

Οι προτάσεις που διατυπώνουμε σήμερα για την επίλυση του μεταναστευτικού ζητήματος διακρίνονται για την ωρίμανση των θέσεων, θέσεις που έχουν να κάνουν με τη διατύπωση συγκεκριμένων μέτρων προστασίας και μέτρων που προκρίνουν ένα κοινωνικό κράτος με κεντρικό σχεδιασμό για την υιοθέτηση πολιτικών κοινωνικής ένταξης ενάντια στον αποκλεισμό.

Οι θέσεις μας παραμένουν για τη δημιουργία ανοικτών χώρων φιλοξενίας.

  • Για την πλήρη υγειονομική κάλυψη όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις ενσήμων εργασίας και διαμονής.
  • Για πλήρη δικαιώματα σε μετανάστες που επιθυμούν την εγκατάσταση στην Ελλάδα.
  • Για την άρση της συμφωνίας Δουβλίνο 2
  • Για την αναθεώρηση της συμμετοχής της Ελλάδας στα εκστρατευτικά σώματα της Αφρικής και της Ασίας.
  • Για την ανάληψη πρωτοβουλιών θετικών δράσεων με στόχο την κοινωνική ενημέρωση και σκοπό την άρση φαινομένων κοινωνικού ρατσισμού (είναι χαρακτηριστικό ότι το νομοσχέδιο για την ποινικοποίηση ρατσιστικών εκφράσεων και συμπεριφορών τελικά αποσύρθηκε πριν κατατεθεί στη Βουλή)

Το κείμενο αποτελεί την τοποθέτηση που έκανε ο Γιάννης Λάμπρου, μέλος της Κίνησης υπεράσπισης δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών/ριών, στην εκδήλωση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις 5/4/2012

Η αυτοκτονία του Δημήτρη Χριστούλα και η συζήτηση για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών δεν συμπίπτουν απλά χρονικά, ως «σημεία των καιρών» της κρίσης. Είναι ταυτόχρονα σύμβολα της άφιξης στο «σημείο μηδέν» της πολιτικής – στο σημείο, δηλαδή, όπου αυτό που διακυβεύεται στην πολιτική ζωή είναι η ζωή και ο θάνατος.

Δεν υπάρχει, φυσικά, εξουσία που να λέει ρητά «εσείς θα ζήσετε και εσείς θα πεθάνετε». Την ίδια στιγμή, όμως, όπως επισημαίνουν και τα δύο αυτά «σημεία», είναι η σύγχρονη εξουσία αυτή που αποφασίζει εκ των πραγμάτων τη διάκριση ανάμεσα στο βίο, στην ποιοτικά αναβαθμισμένη δηλαδή ζωή, και στη γυμνή ζωή• τη ζωή που απαγορεύεται βεβαίως να αφαιρέσει κανείς («διότι το δικαίωμα στη ζωή είναι ιερό»…), την ίδια όμως ζωή που είναι απογυμνωμένη απ’ οτιδήποτε θα την καθιστούσε αξιοβίωτη – κατά συνέπεια, η περαιτέρω υποβάθμιση ή ακόμα και η αφαίρεσή της δεν δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα.

Στις καπιταλιστικές κοινωνίες, το μονοπώλιο της απόφασης για το ποια είναι η αξιοβίωτη ζωή ανήκει «πρακτικά» στο κράτος, ως εγγυητή του δικαιώματος στα δικαιώματα - εκτός από τις περιπτώσεις αυτοκτονίας, τις περιπτώσεις δηλαδή που κάποιος αποφασίζει να δώσει τέλος σε μια ζωή που δεν μπορεί να είναι πλέον βιώσιμη. Από τη σκοπιά δε της συζήτησης για τα στρατόπεδα κράτησης μεταναστών, το πώς έχει ασκηθεί αυτό το μονοπώλιο το δείχνουν μια σειρά από περιστατικά, όπου και πριν ακόμα την κρίση το κράτος λειτούργησε σαν κοινή ακροδεξιά οργάνωση: ναρκοπέδια στον Έβρο, ξύλο μέχρι θανάτου στην Ηγουμενίτσα ή σε αστυνομικά τμήματα της πρωτεύουσας, εμπρησμός καταυλισμού προσφύγων στην Πάτρα κ.ο.κ. Το δείχνει επίσης η κρατική ανοχή στη ρατσιστική βία, που μετρά αισίως πάνω από μια εικοσαετία, σήμερα δε, φαίνεται ότι θα «ανταμειφθεί» διά της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης των νεοναζί.

Όμως, η δημιουργία στρατοπέδων κράτησης, με την ισχυρή μάλιστα παρότρυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι ένα ποιοτικό άλμα σε σχέση με τα προαναφερθέντα• ένα άλμα που μας υποχρεώνει να σταθούμε σ’ αυτόν τον ευρωπαϊκό στρατοπεδικό ανθρωπισμό, στο σημείο δηλαδή όπου το ελληνικό κράτος, ακολουθώντας τα ευρωπαϊκά, αποφασίζει ποιες ζωές αξίζει να βιωθούν και ποιες όχι.

Πρόσφατα, γνωστός παρουσιαστής ρωτούσε, μ’ αυτό το επιτηδευμένα μισοκακόμοιρο ύφος, τον εκπρόσωπο της Αριστεράς:

«Βλέπει κανείς σε τι κατάσταση ζουν αυτοί οι άνθρωποι στο κέντρο της Αθήνας και αναρωτιέται: ‘μήπως είναι καλύτερα το κράτος να τους μαζέψει σε ένα χώρο, αντί να είναι στοιβαγμένοι στο κέντρο της Αθήνας σ’ αυτή την άθλια κατάσταση’».

Ο δημοσιογράφος δεν έλεγε ότι οι ξένοι είναι εγκληματίες και ότι γι’ αυτό θα πρέπει να τους κλείσουμε σε στρατόπεδα, αφήνοντάς τους ενδεχομένως να πεθάνουν – όπως συνέβη, παρεμπιπτόντως, με τα αντίστοιχα «κέντρα» στην Ισπανία. Αυτό που έλεγε είναι ότι οι συνθήκες που ζουν σήμερα οι μετανάστες είναι απάνθρωπες –καθιστούν τους μετανάστες «γυμνές ζωές»–, και ότι το να μαζευτούν οι άνθρωποι αυτοί σε ένα από τα υπό κατασκευή στρατόπεδα είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, ένας τρόπος αποκατάστασης της ανθρωπινότητας – ένα δείγμα ανθρωπισμού, τόσο για τους ίδιους (άλλο αν τυπικά δεν ξέρουμε ποια θα είναι η νέα τους κατάσταση), όσο και κυρίως για την υπόλοιπη κοινωνία, της οποίας η υγεία ή η ασφάλεια βρίσκονται σε κίνδυνο από τους «λαθρομετανάστες».

Υπάρχουν λοιπόν δύο παράμετροι που σκιαγραφούν έναν εν εξελίξει εκσυγχρονισμό του ευρωπαϊκού ρατσισμού. Η πρώτη είναι ότι ο «ανθρωπισμός» των στρατοπέδων συγκέντρωσης δεν ενοχοποιεί τους μετανάστες ως επικίνδυνους για τη δημόσια τάξη ή τη δημόσια υγεία επειδή είναι ξένοι – αλλά ακριβώς επειδή είναι εξαθλιωμένοι, άρα «νομοτελειακά εγκληματίες» ή φορείς νοσημάτων. Από μια ακόμα άποψη, ο εκσυγχρονισμός αυτός δεν είναι παρά επιστροφή στις απόψεις περί «επικίνδυνων τάξεων» και «εγκληματικής φτώχειας» του 19ου αιώνα, η επικράτηση των οποίων, αν και στο όνομα του «ορθού λόγου», δε θα αφήσει χώρο για καμιά ορθολογική αντιμετώπιση συνολικά του μεταναστευτικού.

Η δεύτερη, και απολύτως συναφής με την προηγούμενη, είναι ότι ο ευρω-ανθρωπισμός των στρατοπέδων δεν ασχολείται με το ποιος φταίει για την κατάσταση των μεταναστών, ή με πράξεις και παραλείψεις των είκοσι και πλέον χρόνων οικονομικής, εξωτερικής και μεταναστευτικής πολιτικής: Μπορεί να φταίνε οι ίδιοι οι μετανάστες, μπορεί να φταίει το κράτος ή και η Ευρώπη. Το σημαντικό, όμως, για τον ανθρωπισμό των στρατοπέδων είναι «τώρα τι γίνεται». Είναι ακριβώς το ίδιο ερώτημα που ακούμε και στις συζητήσεις περί οικονομικής κρίσης. Και βέβαια το ερώτημα αυτό απαντιέται με τον ίδιο τρόπο που απαντήθηκε και στο παρελθόν, σε ανάλογες περιπτώσεις. Ο στρατοπεδικός ανθρωπισμός, δηλαδή, δεν προσποιείται καν ότι φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει συνολικά το μεταναστευτικό. Αυτό που κάνει είναι ό,τι και μέχρι τώρα: να φροντίζει για τη διατήρηση μιας ανεκτής κατάστασης, να παρεμβαίνει μόνο για να αποκαταστήσει μια ισορροπία ή για να αποτρέψει τα χειρότερα, στο όνομα μιας άνευ όρων αποτελεσματικότητας, και τέλος να εντάσσει την παρέμβασή του σε ένα σχέδιο (;) καπιταλιστικής ανάπτυξης – είτε αυτό της ανάπλασης και των real estate στο κέντρο της Αθήνας, είτε εκείνο της ενίσχυσης των «τοπικών οικονομιών» στις περιοχές όπου σκέφτονται να χτίσουν τα στρατόπεδα. Κι εδώ βεβαίως προκύπτουν αντιδράσεις που δείχνουν ότι η ελληνική κοινωνία δεν είναι γενικώς ξενοφοβική – απλά «έχει άλλα όνειρα για την περιοχή της», θέλει δηλαδή «τουρίστες και όχι λαθρομετανάστες», όπως το έθετε πρόσφατα το πανό μιας πρωτοβουλίας κατοίκων.

Γνωρίζουμε ότι ο εγκλεισμός ζωών που είναι ανάξιες να βιωθούν δεν αποτελεί καμιά πρωτοτυπία του Χρυσοχοϊδη. Στα τέλη του 19ου αιώνα, πολλοί ήταν αυτοί που αδυνατούσαν να συνδέσουν το θρίαμβο της βιομηχανικής επανάστασης με τη φτώχεια, που ενίοτε έφτανε ως και το 30%. Εκείνη την εποχή, λοιπόν, διάφοροι ερευνητές μελετούσαν το φαινόμενο, και ένας από αυτούς, ο Booth, αφού ταξινόμησε τους μισθωτούς του Λονδίνου σε οχτώ ομάδες, βρήκε ότι η ομάδα Β, το 8% περίπου του συνόλου που αποτελούνταν από πολύ φτωχούς, χαρακτηρίζονταν από ασταθή εργασία σε μη τακτικά διαστήματα. Τα μέλη της ομάδας αυτής, σημείωνε ο ερευνητής, ούτε θέλησαν να βρουν ούτε ήταν ικανά να εξασφαλίσουν μια σταθερή εργασία – ήταν δηλαδή τα ίδια υπεύθυνα για τη φτώχεια και την ανεργία τους. Επρόκειτο για ένα σύνολο ατόμων που «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν ήταν ικανοί για καλύτερη απασχόληση», σύμφωνα με τον ερευνητή. Το χειρότερο δε, ήταν ότι ο ανταγωνισμός για την εργασία που προκαλούσαν τα άτομα αυτά, δημιουργούσε αστάθεια στην απασχόληση και μείωνε τους μισθούς όσων ανήκαν στις ομάδες C και D. Η λύση που πρότεινε, λοιπόν, ο Booth ήταν απλή: αποκλεισμός της ομάδας Β από την αγορά εργασίας με κρατική παρέμβαση και εγκλεισμός των μελών σε στρατόπεδα εργασίας – έξω από τα αστικά κέντρα [1]. Ξέρουμε ότι πολλές από αυτές τις «γυμνές ζωές» βρήκαν τελικά το θάνατο στα στρατόπεδα αυτά.

Μερικές δεκαετίες αργότερα, στην πόλη Γκράφενεκ, όπως και σε πολλές ακόμα της ναζιστικής Γερμανίας, τέθηκαν σε εφαρμογή προγράμματα ευθανασίας για ανίατους νοητικά υστερούντες – για ζωές, δηλαδή, που δεν άξιζε πια να ζουν [2]. Στο βαθμό που η παραφροσύνη του Χίτλερ δεν μπορεί από μόνη της να εξηγήσει την άνοδο του ναζισμού, θα ήταν νομίζω λογικό να πιστέψουμε ότι οι ναζί ήταν ειλικρινείς: αυτή ακριβώς ήταν η άποψή τους για τη ζωή – και αυτό ακριβώς, η απόφαση δηλαδή για τη ζωή και το θάνατο, υπήρξε το θεμέλιο της κυριαρχίας τους.

Με βάση όλα τα παραπάνω, η συζήτηση για το ποιες ζωές αξίζει να βιώνονται και ποιες όχι, εγείρει ένα ηθικό ερώτημα, που βεβαίως είναι εντελώς πολιτικό. Αν οι ζωές των «λαθραίων» είναι ζωές γυμνές, για την τύχη των οποίων το κράτος μπορεί να αποφασίζει οτιδήποτε, τότε, με βάση και τα προαναφερθέντα, το ίδιο πρέπει να συμβαίνει και για τους χιλιάδες μακροχρόνια άνεργους, τους άστεγους, τους τοξικοεξαρτημένους, τους ψυχικά νοσούντες και νοητικά υστερούντες. Πρόκειται για ανθρώπους η ζωή των οποίων είναι αβίωτη για τους ίδιους, δυνητικά δε οι ίδιοι είναι δυνατό να προκαλέσουν προβλήματα στον υπόλοιπό πληθυσμό.

Αν λοιπόν είναι επιτρεπτό ηθικά να εξαφανίζουμε από το προσκήνιο, και ίσως από τη ζωή, ζωές απογυμνωμένες από κάθετί που θα τις έκανε αξιοβίωτες, τότε νοσοκομεία, γηροκομεία, κέντρα ψυχικής υγείας, ο ΟΚΑΝΑ κ.ο.κ είναι χωρίς νόημα. Νομίζω λοιπόν ότι ακριβώς αυτό είναι το βασικό στη συζήτηση. Μια κοινωνία που κοστολογεί φτηνά τις γυμνές ζωές των μεταναστών, είναι (ηθικά και πολιτικά) η ίδια κοινωνία που θεωρεί πολυτέλεια το κοινωνικό κράτος και περιττά τα κοινωνικά δικαιώματα.

Οι κυβερνήσεις της τελευταίας εικοσαετίας έκαναν πολλά για να μας εξοικειώσουν με αυτή την ιδέα. Πολύ πριν από την κρίση, η σοσιαλδημοκρατία των Μπλέρ και Σημίτη έδωσε μάχες και τελικά επέβαλε τη μετάβαση από ένα καθολικό σε ένα «σημειακό» κοινωνικό κράτος – προκειμένου να μην επωφελούνται όσοι δεν το αξίζουν και προκειμένου οι ωφελούμενοι να μην «εξαρτηθούν» από τις υπηρεσίες πρόνοιας, φορτώνοντας με βάρη τους κρατικούς προϋπολογισμούς και τους φορολογούμενους. Τις συνέπειες όλων αυτών ζούμε σήμερα.

Σ’ αυτό λοιπόν το πλαίσιο, μιας εικοασαετούς δηλαδή περιόδου κατακερματισμού του κοινωνικού κράτους και της εμπέδωσης ανάλογων παραδοχών σε ιδεολογικό επίπεδο, η Αριστερά μοιάζει να μην έχει προτάσεις, γιατί αδυνατεί να πει «τι γίνεται τώρα» χωρίς να αναφερθεί στο πώς φτάσαμε ως εδώ. Σ’ αυτό το πλαίσιο, πραγματική πρόταση, δηλαδή αποτελεσματική, μοιάζει να είναι μόνο η αγριότητα. Ας θυμηθούμε όμως ότι ο πιο φανατικός πολέμιος του κοινωνικού κράτους – και της Αριστεράς-, οι ναζί, ανέβηκαν στη Γερμανία όταν αυτό το κοινωνικό κράτος, είχε κομματιαστεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η πρόσβαση στις υπηρεσίες του προϋπέθετε μια ταπεινωτική καταγραφή ατομικών δεδομένων που αξιοποιήθηκε από τους ναζί για το φακέλωμα εκατομμυρίων πολιτών. Ας θυμηθούμε, από άλλη σκοπιά, ότι ο εκσυγχρονισμός και οι μεταρρυθμίσεις που επιδιώκονται εδώ και τόσα χρόνια, συνιστούν μέτρα κοινωνικής αποδόμησης πάνω στα οποία χτίζεται ο πολιτικός αυταρχισμός του «και τώρα τι γίνεται;». Κι ας τα θυμηθούμε όλα αυτά, γιατί είναι προφανές πως μετά τους μετανάστες, οι επόμενοι που θα υποστούν τον αυταρχισμό αυτό θα είναι οι άστεγοι, οι άνεργοι και άλλοι ακόμα, μέχρι πρότινος εξασφαλισμένοι και «κανονικοί».

Το κείμενο αποτελεί την τοποθέτηση που έκανε ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος στην εκδήλωση της Κίνησης υπεράσπισης των δικαιωμάτων προσφύγων και μεταναστών/ριών με θέμα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης στις 5/4/2012

Η πρώτη δημοσίευση του κειμένου έγινε στο άρθρο του rednotebook.gr «Τώρα τι γίνεται»: το ακαταμάχητο επιχείρημα του στρατοπεδικού ανθρωπισμού

[1] Απόστολος Δεδουσόπουλος, «Στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, στρατόπεδα συγκέντρωσης φτωχών», Γιατί όχι; [adedous.blogspot.com/2012/03/blog-post.html]

[2] Το αναφέρει ο Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στο Homo sacer. Κυρίαρχη εξουσία και γυμνή ζωή (Scripta, 2005).

Ο αγώνας ολοκληρώθηκε. Με τα χαρτιά στο χέρι και το κεφάλι ψηλά επιστρέφουμε δικαιωμένοι στα σπίτια και τις δουλείες μας μετά από 44 μέρες απεργίας πείνας.

Ο αγώνας συνεχίζεται. Οι εξαγγελίες για 8ετία και για μείωση ενσήμων, ως προαπαιτούμενα για τη χορήγηση και ανανέωση άδειας παραμονής άμεσα, χωρίς άλλες περιστροφές πρέπει να γίνουν νόμος.

Ο αγώνας είναι μονόδρομος. Ο αγώνας ενάντια στην καθημερινή εκμετάλλευση και τα τείχη του ρατσισμού, οι μάχες για τη νομιμοποίηση όλων των μεταναστών χωρίς προϋποθέσεις, για ίσα δικαιώματα ανάμεσα σε ντόπιους και αλλοδαπούς εργαζόμενους, για μια ζωή με αξίες και αξιοπρέπεια είναι τα επόμενα μας βήματα. Μαζί με το αντιρατσιστικό και μεταναστευτικό κίνημα θα διανύσουμε αυτό το δύσκολο και μόνο δρόμο, το δρόμο του αγώνα.

Ο αγώνας μας ενώνει. Με τα χαρτιά στο χέρι και το κεφάλι ψηλά χαιρετίζουμε και αποχαιρετούμε όλους όσους μας υποστηρίζουν. Τους αλληλέγγυους από την Ελλάδα και τις άλλες χώρες του κόσμου, τους γιατρούς και τους συνεργάτες τους, όλους εκείνους που στάθηκαν στο πλευρό μας αυτές τις μέρες της απεργίας πείνας, όλες τις μέρες όπου η ζωή και ο θάνατος μας ζητούσαν δικαίωση κι ελευθερία.

Καλή αντάμωση στους αγώνες!

Συγκέντρωση, Δευτέρα 14/03, στις 5.00 μ. μ., στην Υπατία

Συγκέντρωση, Δευτέρα 14/03, στις 7.00 μ. μ., στο λιμάνι του Πειραιά (Αγ. Διονύσιος)

300 Μετανάστες Απεργοί Πείνας